Τετάρτη 17 Απριλίου 2019

Έσχατοι καιροί


Το καλό που σου έκανα… συνέχισέ το!


Θα ‘θελα να σας μεταφέρω μια ιστορία κάπως διαφορετική, ίσως ουτοπική μα δυνατή και με νόημα μεγάλο. Κάτι που έχουμε ανάγκη πια, σε ότι συμβαίνει δίπλα μας τούτες τις μέρες…
Πριν από χρόνια ένας σπουδαίος γιατρός ταξίδευε με την οικογένειά του στην έρημο με ένα τροχόσπιτο. Ξαφνικά, μετά από ένα απότομο τράνταγμα, το αυτοκίνητο στρίβει δεξιά στο πλάι του δρόμου.
Λάστιχο στον μπροστινό δεξί τροχό. Τα δίδυμα έχουν τρομάξει, η γυναίκα του προσπαθεί να τα ηρεμήσει. «Μην ανησυχείτε», τους λέει, «θα βάλω τη ρεζέρβα και θα συνεχίσουμε». Πράγματι, αλλάζει το λάστιχο με μεγάλο κόπο.
Είχε 40 βαθμούς θερμοκρασία. Μπαίνει στο αυτοκίνητο και διαπιστώνει πως τα δίδυμα συνεχίζουν να κλαίνε. Η γυναίκα του έχει απελπιστεί. Ο γιατρός της λέει: «Κάνε υπομονή, σε 50 χιλιόμετρα έχει βενζινάδικο και θα σταματήσουμε». Ξαναβγαίνει στο δρόμο, δεν προλαβαίνει όμως να κάνει πάνω από 50 μέτρα και ένας θόρυβος, ίδιος με πριν, τον αναγκάζει να φρενάρει απότομα.
Βγαίνει και τι να δει; Και το άλλο λάστιχο σκασμένο.
Τα δίδυμα έχουν τρομάξει πολύ και κλαίνε πια με λυγμούς. Ο γιατρός είναι απελπισμένος και η γυναίκα του από τον πανικό της βρίσκεται σε κατάσταση υστερίας. Εν τω μεταξύ, αρχίζει να πέφτει το σκοτάδι και ούτε ένα αυτοκίνητο δε φαίνεται στον ορίζοντα. Ο γιατρός όσο περνά η ώρα καταλαμβάνεται από έναν απίστευτο φόβο, όχι τόσο για τον ίδιο όσο για την οικογένειά του. 
Έχουν περάσει δύο ώρες, όταν στο βάθος φαίνονται τα φώτα ενός αυτοκινήτου. Ο γιατρός σαν τρελός με τα χέρια ψηλά τρέχει στη μέση του δρόμου να σταματήσει τον περαστικό για να ζητήσει βοήθεια. Το αυτοκίνητο πλησιάζει και φρενάρει. Είναι ένα μεγάλο αγροτικό που στην καρότσα του έχει ένα λυκόσκυλο. Φαίνεται καλό σκυλί. Ο γιατρός πάει στο τζάμι του οδηγού και αντικρίζει ένα μεγαλόσωμο άνδρα με απεριποίητο μούσι. Στο δεξί κάθισμα βλέπει ένα ζευγάρι δεκανίκια.
«Σε παρακαλώ, έχω δύο μικρά παιδιά, έπαθα δύο φορές λάστιχο, βοήθησέ μας», λέει στον άγνωστο οδηγό. «Και τι θες να κάνω;», του απαντάει εκείνος. «Είδα στο χάρτη ότι σε 50 χιλιόμετρα έχει ένα βενζινάδικο. Θα με πας να φτιάξω το λάστιχο;», του λέει ο γιατρός. «Θες να σου δώσω το αυτοκίνητο να πας εσύ, να μείνω εγώ με την οικογένειά σου, να μη μείνουν μόνοι τους στην ερημιά;», ψιθυρίζει ήρεμα ο άγνωστος. Ο γιατρός κοιτάζει άφωνος τον ξένο για τη διάθεσή του να του δώσει το αυτοκίνητο, αλλά και ανήσυχος να τον αφήσει μόνο με την οικογένειά του. Ο ξένος καταλαβαίνει τον προβληματισμό του και του λέει: «Μην ανησυχείς, είμαι καλή παρέα για τα παιδιά. Εσύ να προσέξεις το σκύλο μου που είναι στην καρότσα. Είναι καλό σκυλί αλλά άγριο και έχει μάθει να με προστατεύει.»
Ο γιατρός από το φόβο του, μήπως ο άγνωστος αλλάξει γνώμη, του λέει: «Σύμφωνοι». Εξηγεί την κατάσταση στη γυναίκα του, ενώ ο άγνωστος πηγαίνει στο τροχόσπιτο με τις πατερίτσες. Έχει δύο ξύλινα πόδια. Ο γιατρός δεν περιμένει την αντίδραση της γυναίκας του. Είναι φοβισμένος και απελπισμένος. Φεύγει με το αγροτικό γεμάτος αγωνία και ενοχές.
Πηγαίνει στο βενζινάδικο, φτιάχνει το λάστιχο και παίρνει το δρόμο της επιστροφής με τον ιδρώτα να στάζει από την αγωνία για την οικογένειά του. Μετά από μιάμιση ώρα από τη στιγμή που έφυγε, φρενάρει απότομα δίπλα στο τροχόσπιτο. Πλησιάζει και αντί για κλάματα, ακούει γέλια.
Ανοίγει την πόρτα και βρίσκεται μπροστά στο εξής θέαμα. Ο άγνωστος κάνει γκριμάτσες στα δίδυμα, τα οποία έχουν ξεκαρδιστεί στα γέλια και η γυναίκα του φτιάχνει κάτι να φάνε σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Γυρνάει, τον κοιτάζει και του λέει: «Γεια σου αγάπη μου» Ο γιατρός τους κοιτάζει άφωνος. Ο άλλος δεν περιμένει την απάντησή του, πιάνει τις πατερίτσες του και σηκώνεται μονολογώντας: «Να πηγαίνω κι εγώ.» Ο γιατρός τον συνοδεύει έξω και φτάνοντας στο αυτοκίνητό του, λέει: «Σε ευχαριστώ πολύ, με έσωσες. Πώς μπορώ να σου ξεπληρώσω το καλό που μου έκανες;»
Ο άγνωστος με τα ξύλινα πόδια τον κοιτάζει στα μάτια και του λέει: «Θα σου πω μια μικρή ιστορία. Ήμουν στρατιώτης στο Βιετνάμ, όταν έπεσε δίπλα μου μια χειροβομβίδα. Ένας άνδρας, με κουβάλησε στην πλάτη του 5 χιλιόμετρα . Νιώθω πολύ ευτυχισμένος που μου λείπουν μόνο δύο πόδια. Μόνο μια χάρη θέλω να μου κάνεις. Συνέχισέ το
«Ποιο;», τον ρωτάει ο γιατρός. «Το καλό που σου έκανα», του απαντά εκείνος.
Ο γιατρός είναι σήμερα διάσημος για δύο λόγους: Ο πρώτος είναι οι μοναδικές ικανότητές του ως χειρουργού και ο δεύτερος η φράση «Συνέχισέ το», που έλεγε κάθε φορά που κάποιος χωρίς οικονομική δυνατότητα τον ρωτούσε: «Γιατρέ, τι σου χρωστάω;»
Να ‘ναι άραγε τόσο δύσκολο ή βαρύ για τον καθένα μας να συνεχίσουμε αυτό που μόλις διαβάσαμε;
Ναι έχει σίγουρα κάποιο κόστος, μα εκεί δεν είναι και το δυνατό του σημείο;
Να μπορεί ο κάτοχος ενός τέτοιου φρονήματος να υποτάξει το Εγώ του...

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2019

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΠΙΟ ΚΑΛΗ ΜΕΡΑ ΓΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ;

Μια μέρα, ένα αγόρι ρώτησε ένα ηλικιωμένο: Κύριε, ποια είναι η πιο καλή μέρα για προσευχή;

Ο σοφός γέρος του απάντησε: αγόρι μου, η καλύτερη μέρα για προσευχή είναι η προηγούμενη του θανάτου σου.

Το αγόρι έμεινε έκπληκτο και είπε: Κύριε, πως μπορώ να ξέρω τη μέρα του θανάτου μου; Ο ηλικιωμένος του απάντησε: κανείς δεν ξέρει πότε θα πεθάνει, γι' αυτό πρέπει να προσευχόμαστε κάθε μέρα!!!

Αναδημοσίευση από: Ορθόδοξη Πορεία και Ζωή

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2019

Ο Θεός δεν κάνει κακό σε κανέναν!

Ήταν ένα απλό ζεστό καλοκαιρινό πρωινό. Ο ήλιος λαμπρός, «έστεκε» κιόλας ψηλά, ρίχνοντας τις ακτίνες του και ζεσταίνοντας τα σπίτια, τις αυλές, την πλάση. 

Τα ωδικά πουλιά κελαηδούσαν όλο χάρη κι έμοιαζε σαν να δοξολογούσαν το Θεό για το ηλιόλουστο εκείνο πρωινό.

Οι άνθρωποι, βιαστικοί, είχαν ξεχυθεί στους φαρδείς δρόμους της πόλης, για να πάνε στις δουλειές τους, ενώ το δροσερό αεράκι, σαν μια απαλή αύρα, δρόσιζε τα πρόσωπα και ανακούφιζε το σώμα από τη ζέστη. Όλα στη μεγάλη πόλη ήταν απλά, οικεία, καθημερινά. Όλα έμοιαζαν να είναι ίδια, όπως και την προηγούμενη μέρα.

Εκείνο το πρωινό υποσχόταν πως θα ήταν μια υπέροχη ημέρα. Τίποτα δεν προϊδέαζε για το τι θα γινόταν. Κανένα σημάδι δεν υπήρχε που να φανέρωνε πως η ημέρα δε θα κυλούσε μέσα στη σφαίρα της απλής τυπικής καθημερινότητας των ανθρώπων.

Για το σπίτι της κυρίας Βαρβάρας η ημέρα εκείνη ήταν ιδιαίτερη. Έμελλε να γινόταν ξεχωριστή… Η κυρία Βαρβάρα, μητέρα τριών κοριτσιών, ήταν ιδιαίτερα χαρούμενη. Σε ένα μήνα ακριβώς θα πάντρευε τη μια της κόρη. Το κλίμα που επικρατούσε στο σπίτι ήταν γιορτινό.

Η μητέρα με τις δυο της κόρες συζητούσαν για τις χαρές του γάμου. Οι κοπέλες είχαν αποφασίσει να πάνε το επόμενο πρωινό να αγοράσουν τα κατάλληλα ενδύματα για τη μεγάλη μέρα. Γέλια και χαρούμενες φωνές ηχούσαν στο σπίτι… Η δεύτερη κόρη, η Ελπίδα, θα πήγαινε στο Πανεπιστήμιο και το μεσημέρι θα γύριζε στο σπίτι, για να οργανώσουν το πρόγραμμα των αγορών…

Ενώ όλα κυλούσαν αρμονικά, γύρω στο μεσημέρι, ο καιρός άρχισε να αλλάζει όψη. Πυκνά σύννεφα έκρυψαν το πρόσωπο του λαμπρού ήλιου. Οι ζεστές ακτίνες του έπαψαν να αγγίζουν τη γη. Ο ουρανός άρχισε με ταχύτατους ρυθμούς να σκοτεινιάζει, ενώ δυνατός αέρας άρχισε να φυσάει με μανία. Μέσα σε λίγα λεπτά τίποτα δε θύμιζε το καλοκαιρινό πρωινό. Η ημέρα έμοιαζε να είναι χειμωνιάτικη. Δεν άργησαν να ακουστούν οι πρώτες ιαχές της βροντής, ενώ ο σκοτεινιασμένος ουρανός φωτιζόταν σποραδικά από κεραυνούς, που άφηναν στο πέρασμά τους τρομερό ήχο και έμοιαζε σαν να σχίζουν τον ουρανό.

Πολύ γρήγορα έπεσαν και οι πρώτες χοντρές στάλες βροχής, που ολοένα και αυξάνονταν σε αριθμό και ταχύτητα. Δεν μπορούσες πια να διακρίνεις τίποτα. «Θεέ μου, τι είναι αυτό που γίνεται» πρόφεραν κάποια χείλη, ενώ ο αέρας, φθάνοντας τα 11 μποφόρ, ούρλιαζε και ξεσπούσε με ορμή, σαν να ήθελε να γκρεμίσει τα πάντα στο πέρασμά του… Οι περαστικοί άρχισαν να τρέχουν να προλάβουν να πάνε σπίτια τους, στις οικογένειές τους, να νιώσουν ασφαλείς…

«Μητέρα, να κλείσω το παράθυρο;», ακούστηκε η λεπτή φωνή της μικρότερης κόρης της κυρίας Βαρβάρας, που μπρος σ’ αυτόν το χαλασμό, φοβήθηκε. Η απόκριση της μάνας καθησυχαστική, απλή, αλλά και μεγαλειώδης μαζί: «Παιδί μου», της είπε με απόλυτη πίστη και ηρεμία, «ο Θεός δεν πειράζει κανέναν, δεν κάνει κακό σε κανένα».

Ύστερα γύρισε τα μάτια της προς τον ουρανό και έστειλε στον Ύψιστο σύντομα λόγια προσευχής και ικεσίας, λόγια σωτήρια: «Θεέ μου, φύλαξε όλου του κόσμου τα παιδιά και τα δικά μου» και έκλεισε τη σύντομη, μα θερμή προσευχή της με το σημείο του σταυρού. Εκείνη την ώρα η κυρία Βαρβάρα οπλίστηκε έναντι της τρομερής καταιγίδας, με δύο πανίσχυρα όπλα, την προσευχή και τον τίμιο σταυρό…

Η ώρα περνούσε και η Ελπίδα δεν είχε γυρίσει ακόμα. Μα να, τη σιωπή του δωματίου έσπασε το κουδούνισμα του τηλεφώνου. Η μάνα σηκώνει το τηλέφωνο, μα σε λίγο φαίνεται να τρέμουν τα χέρια της, το πρόσωπό της αλλάζει όψη. Τα χείλη προφέρουν μια φράση πονεμένη: «Πού την έχουν;». Το τηλέφωνο κλείνει και η κυρία Βαρβάρα βιάζεται να φύγει. Το δύσκολο καθήκον της μάνας την καλεί, μπαίνει πάνω και μπροστά από όλα τα συναισθήματα…

Στο τηλέφωνο ήταν ένας αξιωματικός της αστυνομίας, που της ανακοίνωσε το τρομερό συμβάν: Η κόρη της, Ελπίδα, μόλις 25 ετών, βρισκόταν σοβαρά τραυματισμένη στο νοσοκομείο. Καθώς γύριζε στο σπίτι της, περνώντας κάτω από μια τετραώροφη πολυκατοικία, απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, βρέθηκε να είναι καταπλακωμένη από τσίγκους, που έπεσαν από τον τελευταίο όροφο της πολυκατοικίας, από 20 μέτρα ύψος.

Ο δυνατός αέρας σήκωσε την τσίγκινη σκεπή και την έριξε με απίστευτη δύναμη και ορμή πάνω στην κοπέλα. Όσοι είδαν το συμβάν πάγωσαν. «Θεέ μου, το κορίτσι!!», ψέλλισαν τα χείλη και ζητούσαν να γίνει το θαύμα, να γίνει πραγματικότητα το ανθρωπίνως αδύνατο, να ζει η κοπέλα. Όμως, γίνεται να επιζήσει άνθρωπος μετά από τέτοιο χτύπημα;

Το ασθενοφόρο ήρθε πολύ γρήγορα και μετέφεραν το σοβαρά τραυματισμένο κορίτσι στο νοσοκομείο. Όταν η μάνα έφτασε εκεί, την είχαν στο χειρουργείο. Συγγενείς, φίλοι μα και άγνωστοι, που είχαν δει το συμβάν, έσπευσαν να δώσουν κουράγιο στην τραγική μητέρα, να πουν ένα λόγο παρηγοριάς, να ενισχύσουν τις ελπίδες και την πίστη της.

Επιτέλους, το χειρουργείο τελείωσε. Ο γιατρός πλησίασε τη μητέρα και της είπε: «Κυρία μου, η κόρη σας ήταν πολύ τυχερή, διότι μεταφέρθηκε γρήγορα στο νοσοκομείο και χειρουργήθηκε αμέσως, αφού εκείνη την ώρα το χειρουργείο ήταν ελεύθερο. Μην ανησυχείτε!». Λέγοντας αυτά ο γιατρός, απομακρύνθηκε, ενώ η μάνα έστεκε ακόμα εκεί. Σίγουρα η ψυχή της εκείνη την ώρα θα δόξαζε τον Θεό.

Ο γιατρός και το προσωπικό της είχαν μιλήσει για «τύχη». Όμως εκείνη σίγουρα γνώριζε πως αυτό που αυτοί αποκαλούσαν «τύχη», ήταν η Θεία Πρόνοια. Η προσευχή και ο σταυρός που έκανε, προστάτευσε το παιδί της κι έτσι έγινε το θαύμα, που τα χείλη παρακαλούσαν, αλλά το ανθρώπινο μυαλό απέκλειε…

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019

Νά μή θυμάστε μέ λύπη τό κακό πού σᾶς προξένησε ὁ ἀδελφός σας

Νά μή θυμάστε μέ λύπη τό κακό πού σᾶς προξένησε ὁ ἀδελφός σας, γιά νά μή θυμηθεῖ καί ὁ Κύριος τίς δικές σας ἁμαρτίες γιά τίς ὁποῖες σᾶς συγχώρεσε.

Τό κακό νά τό νικᾶτε μέ τό καλο. Τό κακό δέν διορθώνεται ποτέ μέ τό κακό (Πρβλ. Ρωμ. Ιβ΄ : 21). Πρίν πεῖτε ὁτιδήποτε, σκεφθεῖτε μήπως μέ τά λόγια σας προσβάλετε τόν Θεό ἤ τόν πλησίον σας.

Προτοῦ ἐπισκεφθεῖτε τόν ἀδελφό σας, θέστε ὡς ὄρο στόν ἑαυτό σας νά διατηρήσετε καί μετά τήν ἐπίσκεψή σας τήν ἴδια ἀγαθή διάθεση καί ἀγάπη πού τρέφετε καί τώρα ἀπέναντί του, ἀνεξάρτητα ἀπό τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο θά σᾶς ὑποδεχθεῖ ἐκεῖνος.

Σέ κάθε προστριβή μέ τόν πλησίον σας ἐξετάστε πρῶτα τόν ἑαυτό σας. Ἀσκώντας αὐστηρή αὐτοκριτική, σχεδόν πάντα θά διαπιστώνουμε πώς αἰτία τῆς δυσαρέσκειας εἶναι ὁ ἴδιος μας ὁ ἑαυτός.

Μήν προβάλλετε δικαιολογίες. Ἀποφεύγετε τίς διενέξεις. Συμπεριφερθεῖτε μέ συγκατάβαση στόν πλησίον σας, ἀνάλογα μέ τό χαρακτήρα καί τήν ἡλικία του. Φανεῖτε μέ κάθε τρόπο παρήγοροι σέ ὅλους καί στόν καθένα χωριστά.

Ὑπομένετε ἀγόγγυστα τούς κακούς τρόπους τοῦ ἀδελφοῦ σας, τήν ἀγανάκτησή του, τήν ὀργή του, τίς ἀπερισκεψίες του.

Ὅταν βλέπετε κάποιο αἴσθημα ἀντιπάθειας πρός τόν πλησίον ν᾿ ἀγγίζει τήν ψυχή σας, ἀγωνιστεῖτε νά τό διώξετε. Ὑποχρεῶστε τόν ἑαυτό σας νά ἐξυπηρετήσει καί νά διακονήσει μέ κάθε τρόπο τόν συγκεκριμένο ἀδελφό. Πιέστε τόν ἑαυτό σας στήν ἑξῆς προσευχή: «Κύριε, σῶσε τόν δοῦλο Σου (τάδε) καί μέ τίς ἅγιες προσευχές του εἰρήνευσε καί τή δική μου ψυχή». Βλέποντας ὁ Κύριος αὐτή τήν καλή σας προαίρεση, ὄχι μόνο θά ξεριζώσει ἀπό μέσα σας τήν ἀντιπάθεια, μά καί θά σκορπίσει ἀνάμεσά σας τήν ἁγία Του ἀγάπη.

Οἱ φιλονικίες ταράζουν τήν ψυχή καί μᾶς ἀποστεροῦν τήν εἰρήνη. Σέ κάθε φιλόνικο λογισμό ἀντιπαραθέστε τή γλυκειά εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, το:

«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με».



Από το διαδύκτιο

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2019

Αγάπη καθαρή

Αυτός, που αγαπά τον πλησίον του με την αληθινή, τη σύμφωνη με το θέλημα του Θεού αγάπη, νοιώθει μέσα του απέραντη ειρήνη και χαρά. Αυτός, που «αγαπά» με την ψεύτικη, την επιφανειακή, την υποκριτική, τη σαρκική, τη φιλήδονη «αγάπη», νοιώθει μέσα του σύγχυση και ταραχή.

Η αληθινή αγάπη είναι συνυφασμένη με πνεύμα ταπείνωσης, θυσίας και προσφοράς. Αυτός, που αγαπά σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, θυσιάζει τις επιθυμίες του και την ανάπαυσή του χάριν αυτού, που αγαπά.

Η αγάπη, που δεν είναι σύμφωνη με το θέλημα του Θεού, συνδέεται με πνεύμα εγωισμού. και αυτός, που έχει τέτοια «αγάπη», αντί να θυσιάζεται για τον άλλο, όλο ζητά να θυσιάζεται ο άλλος γι' αυτόν.

Η αγάπη προς τον εχθρό μας κρύβει μεγάλη σοφία. Όταν ανταποδίδουμε καλό αντί κακού, γινόμαστε μιμητές του Χριστού. Τότε έρχεται και μας επισκιάζει η Χάρις Του! Μας πλημμυρίζει η Χάρις του Αγίου Πνεύματος! Οι Άγιοι αγαπούσαν ακόμα και τους διώκτες τους. Και αυτό ακριβώς το γεγονός ήταν καθοριστικό, ώστε να αναδειχθούν από τον Χριστό γνήσιοι φίλοι Του, Άγιοί Του!

Η αγάπη προς τον πλησίον μας δεν πρέπει να μένει μόνο στα λόγια, αλλά κυρίως να προχωρά στα έργα. Η αληθινή αγάπη φωτίζει με υπερφυσικό φως το πρόσωπο αυτού, ο οποίος αγαπά. Το πρόσωπο εκείνου, ο οποίος μισεί, είναι συνοφρυωμένο και συννεφιασμένο, μέχρι και σκοτεινό.

Η αληθινή αγάπη δεν χαίρεται με τις συμφορές του πλησίον, ούτε λυπάται με τις επιτυχίες του.

Γέροντος Γερμανού Σταυροβουνιώτου

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2019

Αγαπάς την αλήθεια;


        Στὸ Χριστιανὸ ποὺ ἀγαπάει τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ Θεό, ποὺ γεύτηκε τὴν ἐπουράνια γλυκύτητα καὶ ἔχει ἑνωμένη μὲ τὴν ψυχή του τὴ Θεία Χάρη καὶ ποὺ παράδωκε ὅλο τὸν ἑαυτό του στὰ θελήματά της, εἶναι μισητὰ ὅλα τὰ πράγματα τοῦ κόσμου τούτου. Γιατὶ αὐτὸς ἔγινε ἀνώτερος ἀπ' ὅλα τὰ πράγματα τοῦ κόσμου. Καὶ δὲν μποροῦν νὰ τὸν κυριέψουν οὔτε τὰ πλούτη, οὔτε οἱ τιμές καὶ οἱ δόξες καὶ τὰ ὅμοια. Γιατὶ αὐτὸς ἔλαβε πείρα ἄλλου πλοῦτου καὶ ἄλλης τιμῆς καὶ δόξης. Καὶ τρέφεται ψυχικά μὲ ἄφθαρτη ἡδονὴ καὶ ἔχει τὴν πληρότητα τῆς κοινωνίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος!
Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος


Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2019

Μα γιατί μου λες να κάνω υπομονή;


Πριν μερικά χρόνια μία κυρία έστειλε ένα γράμμα στον μακαριστό γέροντα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη και του έγραφε ότι έχει πολλά βάσανα, μεγάλο σταυρό και δεν μπορεί να σηκώσει τον Σταυρό της.

Και ο γέροντας Εφραίμ της απάντησε: «Μου γράφεις ότι έχεις πολλά βάσανα. Και εγώ σου λέγω τόσο το καλύτερο για την ψυχή σου! Ο Θεός που σου δίδει αυτά τα βάσανα γνωρίζει ότι τόσα βαστάζεις, σε τόσα αντέχει η ψυχή σου, αν σου δώσει περισσότερα θα πέσεις, εάν σου δώσει ολιγότερα βάσανα σε αδικεί, από αιώνιο μισθό, από αιώνια χαρά.

Εις τα μέρη των Αθηνών ήτο ένας παπουτσής πολύ σκληρός άνθρωπος, είχε ένα κοριτσάκι μικρό, το όποιο πολύ το παίδευε. Το καημένο έκανε υπομονή έως ότου χτίκιασε, δηλ. έπαθε φυματίωση, και έπεσε στο κρεβάτι. Δεν γόγγυζε, δεν αντιμιλούσε του θετού πατέρα της, αλλά ήταν όλο υπομονή. Στο τέλος πέθανε, αφού προηγουμένως μία Γερόντισσα το έκανε καλογριούλα και το ονόμασε Ανυσία μοναχή. Όταν της έκαναν ανακομιδή τα λείψανά της ευωδίασαν. Αυτό είναι σημάδι αγιότητας. Βλέπετε πως πληρώνει ο Χριστός την υπομονή; Εάν γνωρίζαμε τα αιώνια αγαθά, που θα μας χαρίσει ο Πανάγαθος Θεός θα τον παρακαλούσαμε να έχουμε εδώ πάντοτε θλίψεις, βάσανα και πίκρες, για να χαιρόμαστε εκεί αιωνίως. Η Εκκλησία μας λέγει ότι, εάν ο άνθρωπος γνώριζε τα αιώνια αγαθά θα υπέμεινε ευχαρίστως όλες τις θλίψεις και τα βάσανα από κτίσεως κόσμου μέχρι της συντέλειας του αιώνος, για αυτά τα ανέκφραστα αγαθά, αλλά επειδή δεν γνωρίζει για αυτό εύκολα απογοητεύεται και εύκολα απελπίζεται.

Στην Κρήτη μία γυναίκα πολύ υπέφερε από τον άνδρα της. Ήσαν φτωχοί, πάμφτωχοι. Ο άνδρας ήτο καπνιστής μανιώδης και έπινε πολύ. Όταν δεν είχε χρήματα για το πιοτό και τα τσιγάρα στη γυναίκα του ξεθύμαινε και πολύ ξύλο της έδινε. Μία βραδιά πήγε στο σπίτι του και πολύ χτύπησε τη γυναίκα του. Αυτή όμως, Μαρία το όνομα της, υπέμενε γενναίως και όλο την Παναγία επεκαλείτο. Τα μεσάνυχτα σηκώθηκε, χτενίστηκε, φόρεσε τα καλά της ρούχα και πλάγιασε, για να μην ξυπνήσει πλέον. Απέθανε. Όταν, μετά ένα χρόνο, την έκαναν ανακομιδή όλος ο τόπος ευωδίασε. Δεν είχαν ακόμη φτάσει σκάφτοντας στα οστά της και μία άρρητος ευωδιά εξήλθε. Όταν έβγαλαν τα οστά της γέμισε ο τόπος αρρήτου ευωδιάς. Έκλαιγαν όλοι. Ο άνδρας της συγκινημένος και αυτός άλλαξε πλέον βίο. Σταμάτησε να καπνίζει και να πίνει και έζησε εν ειρήνη και μετάνοια. Έτσι λοιπόν βραβεύει, έτσι ανταμείβει ο Χριστός εκείνους πού κάνουν υπομονή. Μακάρι με τις ευχές του μακαριστού Γέροντος Εφραίμ του Κατουνακιώτη ο Χριστός να χαρίζει την αγία υπομονή του σε όλους μας.

Τον Μάιο του 1988 επισκέφτηκε τον Γέροντα Παΐσιο ένας φίλος μου αρχιμανδρίτης. Ανάμεσα στα άλλα σοφά που του είπε ο γέροντας τόνισε ιδιαίτερα την ανάγκη της υπομονής θυμίζοντας τα λόγια του Χριστού: «Εν τη υπομονή υμών κτήσασθε τας ψυχάς υμών» Όταν ο αρχιμανδρίτης τον ρώτησε: «Γιατί πάτερ δεν πάτε σε γιατρό, για να ανακουφιστείτε από τους πόνους;», ο Γέροντας απάντησε: «Πάτερ, ιερεύς εσείς με ρωτάτε γιατί δεν πάω στους γιατρούς; Ότι κερδίζουμε με τις προσευχές, με τις νηστείες, με τον αγώνα που νομίζουμε ότι κάνουμε, τα ξοδεύουμε. Για αυτό πρέπει να κάνουμε αποταμίευση, υπομένοντας τις θλίψεις πού επιτρέπει ο Θεός».

Μετά του διηγήθηκε μία πολύ διδακτική ιστορία: Εδώ στην Αθωνιάδα Σχολή είναι δύο αδέρφια, που προέρχονται από πρώην μουσουλμανική οικογένεια. Ο πατέρας αυτών των παιδιών, αν και δεν ήξερε πολλά πράγματα, δεν ικανοποιείτο από τη μουσουλμανική θρησκεία. Έβλεπε τη χριστιανική θρησκεία ανώτερη από τη μουσουλμανική, για αυτό φρόντισε, κατηχήθηκε και βαφτίστηκε Χριστιανός Ορθόδοξος. Δεν καταλάβαινε πολλά πράγματα. Όμως δυο πράγματα έλεγε συνεχώς και προσπαθούσε να τα εφαρμόζει. Πρώτον ότι πρέπει να τηρούμε τις εντολές του Θεού, για να πετύχουμε τη σωτηρία μας και δεύτερον ότι ο Χριστός είναι δίκαιος.

Από την ώρα που έγινε Ορθόδοξος, η γυναίκα του και οι δικοί του τού κήρυξαν τον πόλεμο. Όταν πήγαινε και γονατιστός προσευχόταν σε ένα δωμάτιο, η γυναίκα του τον ειρωνευόταν και του έλεγε: «Άντε καημένε, δεν υπάρχει τίποτα, δεν υπάρχει Χριστός, μόνο Αλλάχ υπάρχει και Μωάμεθ». Εκείνος όμως συνέχιζε τον πνευματικό του αγώνα με υπομονή. Ένας μουσουλμάνος ιερέας, για να τον καταφέρει να επιστρέψει στη μουσουλμανική θρησκεία είπε στη γυναίκα του και στους δικούς του να μην του δίνουν φαγητό και να μην του δίνουν ρούχα να αλλάζει. Είπε ακόμη στη γυναίκα του, την ώρα που ο άνδρας της προσεύχεται να παίρνει έναν κουβά νερό και να τον περιλούζει και έπειτα να μην του δίνει ρούχα να αλλάζει. Αυτά, λοιπόν, εφάρμοσαν η γυναίκα του και οι δικοί του. Εκείνος όμως με θαυμαστή υπομονή και καρτερία αγωνιζόταν τηρώντας τις εντολές του Θεού. Δεν θύμωνε και δεν αγανακτούσε και αν βρισκόταν κανένα ξεροκόμματο το έτρωγε. Ακόμη συνέβη και το εξής θαυμαστό. Αυτός εργαζόταν στη Νομαρχία. Εκεί έβλεπε τις αδικίες που γίνονταν και δεν το άντεχε. Έτσι παραιτήθηκε από την δουλειά του και προτίμησε να εργάζεται ως οικοδόμος.

Το μαρτύριό του κράτησε περισσότερο από δύο χρόνια, ώσπου μία ευλογημένη μέρα, την ώρα που προσευχόταν, η γυναίκα του πήγε και γονάτισε δίπλα του. Εκείνος ξαφνιασμένος τη ρώτησε: «Τί θέλεις γυναίκα;» Εκείνη απάντησε συγκινημένη, θέλω να προσευχηθώ και εγώ και θέλω να γίνω και εγώ χριστιανή. «Γιατί είδες τίποτα;» τη ρώτησε πάλι. «Σκέφτηκα, απάντησε εκείνη, ότι αν ο Θεός των χριστιανών ήταν τόσο καλός σαν εσένα, τότε θα ήταν πολύ καλύτερος από τον Αλλάχ και τον Μωάμεθ. Τώρα που εσύ αγωνίζεσαι να μοιάσεις στο Θεό, σκέφτομαι πόσο καλύτερος είναι ο Θεός των χριστιανών». Πράγματι μετά από λίγο καιρό έγιναν και αυτή και τα παιδιά τους χριστιανοί Ορθόδοξοι.

Όταν τα δυο αδέρφια πήγαν για πρώτη φορά στο Κελλί του Γέροντα Παϊσίου δεν έφαγαν το λουκούμι και δεν ήπιαν το νερό που είχε ο πατήρ Παΐσιος για τους προσκυνητές. Όταν το είδε αυτό ο γέρων Παΐσιος τα ρώτησε γιατί δεν έφαγαν το λουκούμι και εκείνα απάντησαν: «Θέλαμε πάτερ πρώτα να προσκυνήσουμε στο εκκλησάκι σας και έπειτα να φάμε λουκούμι». Κι ο πατήρ Παΐσιος θαύμασε τη συμπεριφορά αυτών των παιδιών λέγοντας: «Τόσοι άνθρωποι έρχονται να με δουν, αλλά μόνο αυτά τα παιδιά φέρθηκαν με αυτόν τον τρόπο».

Βλέπετε αδελφοί μου, πόσο αναγκαία και πόσο σπουδαία είναι η αρετή της υπομονής και πόσο ευεργετικά και σωτήρια αποτελέσματα έχει; Μακάρι με τις ευχές του μακαριστού γέροντα Παϊσίου ο Θεάνθρωπος Κύριος να χαρίζει σε όλους μας αυτή τη μεγάλη και σωτήρια αρετή.
--------------------------------------------
(από το περιοδικό «ΠΡΩΤΑΤΟΝ», Απρίλιος –Ιούνιος 2013, Αριθ. 130)

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2019

Οι τρεις γέροντες

Μια γυναίκα φρόντιζε τον κήπο του σπιτιού της, όταν ξαφνικά βλέπει τρεις γέροντες, φορτωμένους με τις εμπειρίες της ζωής, να την πλησιάζουν στην είσοδο του σπιτιού.
Παρ' όλο που δεν τους γνώριζε, τους είπε: 
Δεν σας γνωρίζω, όμως πρέπει να πεινάτε. Περάστε, αν θέλετε, να φάτε κάτι.
Αυτοί την ρωτάνε: 
- Ο άντρας σου είναι στο σπίτι;

- Όχι, δεν είναι εδώ, απάντησε εκείνη.
- Τότε δεν μπορούμε να έρθουμε, της λένε οι γέροντες.
Όταν επιστρέφει ο σύζυγος, η γυναίκα του περιγράφει το περιστατικό.
- Ας έρθουν τώρα που επέστρεψα! ........
Η γυναίκα βγαίνει έξω να προσκαλέσει ξανά τους γέροντες στο τραπέζι, μιας και ήταν ακόμη εκεί.


- Δεν μπορούμε να έρθουμε όλοι μαζί, της λένε οι τρεις γέροντες.
Η γυναίκα, έκπληκτη, τους ρωτά γιατί !
Ο πρώτος, λοιπόν, από τους τρεις της εξηγεί ξεκινώντας να της συστήνεται:

Είμαι ο Πλούτος, της λέει.
Της συστήνει, μετά, τον δεύτερο που είναι η Ευτυχία.
Και, τέλος, τον τρίτο που είναι η Αγάπη. 
Τώρα, της λένε, πήγαινε στον άντρα σου και διαλέξτε ποιος από τους τρεις μας θα έρθει να φάει μαζί σας.
Η γυναίκα επιστρέφει στο σπίτι και διηγείται στον άντρα της αυτά που της είπαν οι γέροντες.

Ο άντρας ενθουσιάζεται και λέει:
-Τι τυχεροί που είμαστε! Να έρθει ο Πλούτος! Έτσι θα έχουμε όλα όσα επιθυμούμε!
Η σύζυγός του όμως δε συμφωνούσε: 
-Και γιατί να μην έχουμε τη χαρά της Ευτυχίας;

Η κόρη τους που άκουγε από μια γωνιά, τότε, τους λέει:
-Δε θα'ταν καλύτερα να καλούσαμε την Αγάπη; Το σπίτι μας θα είναι πάντα γεμάτο αγάπη! 
-Ας ακούσουμε αυτό που λέει η κόρη μας, λέει ο σύζυγος στη γυναίκα του. 
-Πήγαινε έξω και πες στην Αγάπη να περάσει στο σπιτικό μας.

Η γυναίκα βγαίνει έξω και ρωτά: 
-Ποιος από εσάς είναι η Αγάπη; Ας έρθει να δειπνήσει μαζί μας.

Η Αγάπη τότε ξεκινά να προχωρά προς το σπίτι...
...και οι δύο άλλοι να την ακολουθούν!
Έκπληκτη η γυναίκα, ρωτά τον Πλούτο και την Ευτυχία: 
-Εγώ κάλεσα μόνο την Αγάπη. Γιατί έρχεστε κι εσείς;!;!;

Και απαντούν κι οι τρεις γέροντες μαζί:
- Αν είχες καλέσει τον Πλούτο ή την Ευτυχία, οι άλλοι δύο θα έμεναν απ' έξω. Τώρα όμως που κάλεσες την Αγάπη... όπου πάει η Αγάπη, πάμε κι εμείς μαζί της!

Δεν έχει σημασία πού! Όπου υπάρχει Αγάπη, θα υπάρχει επίσης Πλούτος κι Ευτυχία!
πηγή: Ορθογνωσία

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2019

Να δέχομαι τον καθένα όπως είναι;


Μα μπορεί να πεί κάποιος άν ο αδελφός μου έχει άδικο, είναι σωστό να με κάνει ό,τι θέλει;


– Βεβαίως. Σωστό και φυσιολογικό είναι, διότι ο άνθρωπος ενεργεί σύμφωνα με τον χαρακτήρα του. Όπως η λάμπα φωτίζει, όπως το δάπεδο στηρίζει, όπως ο τοίχος προστατεύει από τον ήλιο ή τον αέρα, έτσι ακριβώς και ο κάθε άνθρωπος ενεργεί ανάλογα με το τι είναι.

           Ο νευρικός θα νευριάσει, ο πράος θα σου φερθεί με πραότητα, ο ευγενής θα σου μιλήσει με λεπτότητα, και ο αγενής είναι φυσικό να σου μιλήσει άσχημα.

       Όπως στον ευγενή δεν μπορείς να βρείς αγένεια, έτσι και από τον αγενή δεν μπορείς να περιμένεις ευγένεια.

      Ο καθένας εκφράζει με την συμπεριφορά του το περίσσευμα της καρδιάς του. Δεν μπορεί να σου δώσει κάτι άλλο, δεν γίνεται να σου δώσει αυτό που θέλεις εσύ. Άν κάποιος ξέρει να μιλά μόνον άγρια, σημαίνει πως έτσι είναι ο ψυχικός του κόσμος. Όταν εγώ θέλω να μου συμπεριφέρεσαι ορθά, είναι σα να λέγω στο φώς, σταμάτησέ μου τον αέρα, ή στο τραπέζι, βγάλε μου φωνή.

      Ο άνθρωπος επίσης εκφράζεται όπως ο πατέρας του, η μάνα του, ανάλογα με το κληρονομικό του, με την ζωή που έχει ζήσει μέχρι τώρα. Όλα αυτά πέφτουν επάνω μου.

    Αυτό που μπορώ εγώ να κάνω, είναι να δέχομαι τον καθένα όπως είναι, και ιδιαίτερα όταν αντιδρά απέναντί μου, όταν έρχεται εναντίον μου, διότι αυτό μπορεί να με κάνει άγιο.

Πατήρ Αιμιλιανός Σιμονώπετρας


πηγή: Ορθόδοξη Πορεία

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2019

Διακονία Αγάπης - Φεβρουάριος 2019

Τί είναι το Τριώδιο, γιατί ονομάζεται έτσι, πότε ξεκινά και πότε ολοκληρώνεται; 


Τριώδιο ονομάζεται, σύμφωνα με τους κανόνες της ορθόδοξης χριστιανικής εκκλησίας, η κινητή περίοδος που ξεκινά την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου και τελειώνει το Μεγάλο Σάββατο. 

Το Τριώδιο έχει λάβει την ονομασία αυτή από το ομώνυμο εκκλησιαστικό βιβλίο, το Τριώδιο, το οποίο περιλαμβάνει τους ύμνους που ψάλλονται στις εκκλησίες κατά τη συγκεκριμένη περίοδο. 

Οι ύμνοι αυτοί έχουν τρεις ωδές σε αντίθεση με τους υπόλοιπους ύμνους τις εκκλησίας, οι οποίοι έχουν εννέα ωδές. Αυτός είναι και ο λόγος που το βιβλίο αυτό, και κατ’ επέκταση και η συγκεκριμένη χρονική περίοδος, ονομάστηκαν Τριώδιο. 

Οι ύμνοι του Τριωδίου γράφτηκαν από τον 5ο έως τον 15ο αιώνα μ.Χ. Χειρόγραφα των ύμνων του Τριωδίου σώζονται από τον 10ο αιώνα μ.Χ. ενώ για πρώτη φορά τυπώθηκε, το εν λόγω βιβλίο, στα Ελληνικά το 1522 μ.Χ. στη Βενετία. 

Το Τριώδιο, ως χρονική περίοδο, αναφέρεται στις τρεις πρώτες εβδομάδες που οι χριστιανοί ετοιμάζονται για τη μεγάλη νηστεία της Σαρακοστής. Κάθε Κυριακή αυτών των τριών εβδομάδων έχει τη δική της σημειολογία. 

Η πρώτη, η Κυριακή του Τελώνη και Φαρισαίου προτρέπει τους Χριστιανούς να είναι ταπεινοί, όπως ο Τελώνης και όχι υπερήφανοι όπως ο Φαρισαίος. 

Η δεύτερη, η Κυριακή του Ασώτου, διδάσκει την αξία της μετάνοιας και το μεγαλείο της συγχωρέσεως. 

Το Σάββατο πριν από την τρίτη Κυριακή ονομάζεται Ψυχοσάββατο ή Σάββατο των Ψυχών. Καθιερώθηκε από την εκκλησία ως ημέρα που προσευχόμαστε και προσφέρουμε κόλλυβα για όλους αυτούς που για διάφορους λόγους δεν μνημονεύονται σε μνημόσυνα. Όπως είναι άνθρωποι που δεν τους απέμειναν συγγενείς, ώστε να τους κάνουν μνημόσυνο. Παρόλο που κάθε Σάββατο του έτους είναι αφιερωμένο από την εκκλησία μας στους θανώντες, το συγκεκριμένο Σάββατο έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ακολουθεί η Κυριακή της Απόκρεω, η οποία αναφέρεται στη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού και έτσι παρακαλούμε τον Θεό από την προηγουμένη να τους αναπαύσει. 

Η τρίτη Κυριακή, η Κυριακή της Απόκρεω, αναφέρεται στη Δευτέρα Παρουσία, στην κρίση που θα λάβει χώρα, καθώς επίσης και στη χριστιανική αγάπη. Ονομάζεται δε έτσι, επειδή είναι η τελευταία ημέρα που οι Χριστιανοί επιτρέπεται να φάνε κρέας. 

Η εβδομάδα που ξεκινά ονομάζεται και εβδομάδα της Τυρινής ή Τυροφάγου. Εβδομάδα που επιτρέπεται η βρώση τυροκομικών, αυγών και ψαριών. 

Η τέταρτη, η Κυριακή της Τυροφάγου, αναφέρεται στην εξορία των πρωτόπλαστων από τον Παράδεισο. Έτσι, το Ευαγγέλιο της ημέρας παροτρύνει τους πιστούς να νηστεύουν χωρίς να το επιδεικνύουν, να συγχωρούν όσους τους έχουν βλάψει και να διάγουν βίο ενάρετο και ελεήμονα. 

Ακολουθεί η Καθαρά Δευτέρα, με την οποία ξεκινά η περίοδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Περίοδος νηστείας, προσευχής, περισυλλογής, κατά την οποία οι πιστοί προετοιμάζονται για τη μεγάλη Εβδομάδα και την Ανάσταση του Κυρίου. Ονομάζεται Τεσσαρακοστή γιατί μιμείται τη σαρανταήμερη νηστεία που έκανε ο Χριστός, ενώ λέγεται και Μεγάλη για να υπάρχει σαφής διαχωρισμός από τη νηστεία των Χριστουγέννων.


Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2019

Υπαπαντή του Κυρίου


Σαράντα μέρες μετά τη Γέννηση του Χριστού, στις 2 Φεβρουαρίου γιορτάζουμε την υπαπαντή (υποδοχή) που έκανε ο γέροντας Συμεών ο Θεοδόχος στο Θείο Βρέφος στον Ναό του Σολομώντα.


Όπως και σήμερα έχουμε τον σαραντισμό, όπως λέμε, έτσι κάπως γινόταν και εκείνα τα χρόνια. Έπρεπε δηλαδή οι γονείς να φέρουν το παιδί στα Ιεροσόλυμα, στον Ναό. Σύμφωνα με τον Μωσαϊκό Νόμο μάλιστα, όλα τα πρωτότοκα αγόρια ήταν αφιερωμένα στον Θεό (για χάρη των πρωτότοκων που είχαν σωθεί στην Αίγυπτο). Μαζί πρόσφεραν σαν θυσία ένα ζευγάρι τρυγονιών ή δύο μικρά περιστέρια, πάντα σύμφωνα με τον Νόμο του Κυρίου.

Στα Ιεροσόλυμα βρισκόταν τότε ένας άνθρωπος που τον έλεγαν Συμεών. Ήταν πιστός και ευλαβής, περίμενε τη σωτηρία του Ισραήλ και τον καθοδηγούσε το Άγιο Πνεύμα. Του είχε φανερώσει λοιπόν το Άγιο Πνεύμα ότι δεν θα πέθαινε προτού δει τον Μεσσία (το Χριστό). Κι εκείνος περίμενε, λένε, πολύ περισσότερο και από διακόσια χρόνια. Τότε του υπέδειξε το Άγιο Πνεύμα να πάει στον Ναό. Μόλις οι γονείς έφεραν εκεί το Παιδί, τον Ιησού, για να κάνουν γι’ αυτό τα έθιμα του Νόμου, το πήρε στην αγκαλιά του, δόξασε το Θεό και είπε:

«Τώρα, Κύριε, μπορείς να αφήσεις το δούλο σου να πεθάνει, γιατί τα μάτια μου είδαν το Σωτήρα, που ετοίμασες για όλους τους λαούς, το Φως που θα φωτίσει όλα τα έθνη…»

Ο Ιωσήφ και η Μητέρα του Ιησού θαύμασαν για όσα λέγονταν γι’ Αυτόν. Ο άγιος Συμεών τους ευλόγησε και είπε προφητικά στη Μαριάμ, τη Μητέρα Του:

«Αυτός θα γίνει αιτία να σωθούν πολλοί· πολλοί πάλι δεν θα τον πιστέψουν και θα καταστραφούν… Όσο για σένα, ο πόνος που έχεις να περάσεις για το παιδί σου, σαν δίκοπο μαχαίρι θα σου τρυπήσει την καρδιά».

Ο Θεός ήταν εκείνη την ώρα στο Ναό του Σολομώντα κι όμως κανείς άλλος δεν πήρε είδηση ούτε μαζεύτηκε κόσμος (γιατί ο Θεός δεν προσφέρει θέαμα ή εντυπωσιακά ακούσματα, π.χ. μ’ ένα ξεχωριστό θαύμα, αλλά ζητάει κάτι βαθύτερο: την καρδιά μας, την αγάπη μας).

Εκεί ήταν μόνο μια πολύ ηλικιωμένη γυναίκα, που την έλεγαν Άννα. Είχε δώσει όλη την καρδιά της στον Θεό κι είχε αφιερώσει όλη τη ζωή της σ’ Αυτόν. Είχε ζήσει εφτά χρόνια με τον άνδρα της στο γάμο και τώρα, 84 χρονών χήρα, δεν έφευγε από τον Ναό, αλλά νύχτα και μέρα λάτρευε το Θεό με νηστείες και προσευχές. Αυτή παρουσιάστηκε εκείνη την ώρα δοξολογώντας τον Θεό, προφήτευε και μιλούσε για το Παιδί στην Ιερουσαλήμ σε όλους όσους περίμεναν τη λύτρωση.

Η Εκκλησία τη μέρα αυτή την έχει ορίσει ως γιορτή της μητέρας και στους ναούς ψάλλεται προς τιμή της Παναγίας: Θεοτόκε, ἡ ἐλπίς πάντων τῶν χριστιανῶν, σκέπε, φρούρει, φύλαττε τούς ἐλπίζοντας εἰς σέ.


Αναδημοσίευση από: Βήμα Ορθοδοξίας

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2019

Η δασκάλα


Καθώς στεκόταν μπρος στην τάξη της, την Ε’ δημοτικού, την πρώτη ημέρα του σχολείου η νέα Δασκάλα του σχολείου, η κυρία Τζοβάνα είπε στα παιδιά ένα ψέμα. Όπως οι περισσότερες δασκάλες, κοίταξε τους μαθητές της και είπε ότι τους αγαπούσε όλους το ίδιο. Ότι όλοι τους ήταν καλά παιδιά. Αλλά αυτό δεν ήταν αλήθεια. Ένα παιδί ήταν διαφορετικό και της προξενούσε απέχθεια.
Κάπου στο βάθος, μόνο του, με χαμηλωμένο το κεφάλι ήταν ένα μικρό αγόρι, ο Μανούσος. Ο Μανούσος δεν έπαιζε με τα άλλα παιδιά. Ήταν παραμελημένος, με τσαλακωμένα πάντα ρούχα. Ανέδιδε διάφορες οσμές, σημάδι ότι χρειαζόταν μπάνιο. Δεν μιλούσε ποτέ, δεν απαντούσε στις ερωτήσεις. Η πρώτη σκέψη της Δασκάλας ήταν «Τι μπελάς μου φορτώθηκε φέτος. Αυτό το χαζό παιδί μου χαλάει την αρμονία της τάξης. Τι μου το φέρανε εδώ; Άντε τώρα, εγώ πρέπει να κανονίζω να πάει σε κανένα ίδρυμα.»
Φερόταν όσο μπορούσε καλύτερα στο Μανούσο, επιστρατεύοντας το ψεύτικο χαμόγελο και την υπομονή της. Αλλά αυτός ποτέ δεν μιλούσε. Η Τζοβάνα το αποφάσισε, δεν μπορούσε να γίνει τίποτε άλλο. Ο Μανούσος έπρεπε να φύγει από τη τάξη της. Με αυτό το σκοπό λοιπόν, θα έπρεπε να συντάξει τα απαραίτητα έγγραφα για το μπελά που την βρήκε, για να καλέσει την κοινωνική υπηρεσία να τον πάνε κάπου αλλού. Μία συγκεκριμένη παράγραφος της αναφοράς ζητούσε το ιστορικό του μαθητή. «Ω Θεέ μου, πρέπει να κοιτάξω και τον ατομικό φάκελο και όλα τα χαρτιά αυτού του χαζού. Αυτό σημαίνει ότι ένα απόγευμα πρέπει να το χαραμίσω για αυτόν. Τι να κάνω, αφού είναι για το καλό της τάξης και τη δική μου ψυχική ηρεμία θα πρέπει να το κάνω.»
Ένα απόγευμα λοιπόν αποφάσισε να κάνει αυτή την αγγαρεία. Σε ένα σκονισμένο αρχείο, μπόρεσε και βρήκε την πρώτη αναφορά. Η δασκάλα της Α’ δημοτικού έγραφε: «Ο Μανούσος είναι ένα φωτεινό παιδί, πανέξυπνο, με έτοιμο πάντα το χαμόγελο. Κάνει τις εργασίες του σωστά και προσεγμένα, και έχει καλούς τρόπους. Είναι χαρά να τον έχουμε κοντά μας».
Με περιέργεια έψαχνε να βρει τη δεύτερη αναφορά. Σε μία ντουλάπα βρέθηκε. Η δασκάλα της Β” δημοτικού έγραφε: «Ο Μανούσος είναι άριστος μαθητής. Αγαπητός από τους συμμαθητές του, αλλά φαίνεται προβληματισμένος εξ αιτίας της μητέρας του, που έχει μια ανίατη ασθένεια, η ζωή στο σπίτι θα είναι δύσκολη».
Με αγωνία έψαχνε τη τρίτη αναφορά. Θα υπήρχε άραγε; Σε ένα άσχετο φάκελο, τελικά βρέθηκε. Η δασκάλα της Γ” δημοτικού έγραφε: «Η μητέρα του δεν έχει επαφή με τη πραγματικότητα εδώ και μήνες στο νοσοκομείο, ο πατέρας του είναι χαμένος, ο Μανούσος ώρες – ώρες κοιτάζει απόμακρα το ταβάνι και δεν δείχνει το ίδιο ενδιαφέρον να κάνει τις σχολικές του εργασίες όπως και παλαιότερα. Του φέρομαι με επιείκεια και προσπαθώ να μην τον ζορίζω».
Η Τζοβάνα έψαχνε σε όλο το αρχείο για τη τέταρτη αναφορά, πέταγε τους φακέλους στο πάτωμα, δεν την ενδιέφερε πια να κρατήσει καμία ταξινόμηση σε αυτό το άθλιο αρχείο. Κάπου τελικά σε αυτό το χάος βρέθηκε και η τέταρτη αναφορά. Η δασκάλα της Δ” δημοτικού έγραφε: «Ο Μανούσος έχασε τη μητέρα του και ο πατέρας του πίνει. Ο Μανούσος έκλαιγε συχνά και έλεγε: «Που είναι η μανούλα μου; Που είναι η μανούλα μου;» συνεχώς. Του εξηγήθηκε πως έχει η κατάσταση αλλά δεν φαίνεται να το καταλαβαίνει. Δεν δείχνει πια ενδιαφέρον για το σχολείο.»
Η κυρία Τζοβάνα τακτοποίησε όπως-όπως (δηλαδή όπως ακριβώς το βρήκε) το ανάστατο αρχείο και πήγε σπίτι της. Έσκισε τα χαρτιά αποπομπής του Μανούσου που ετοίμαζε. Εκείνο το βράδυ αισθανόταν περισσότερο ζωντανή από ότι συνήθως, αλλά και πολύ μα πολύ πιο μόνη. Αναρωτήθηκε τι αληθινή χρησιμότητα είχε το να μαθαίνει γραφή, ανάγνωση και αριθμητική στα παιδιά.
Την επόμενη μέρα, στο διάλλειμα, όλα τα παιδιά βγήκαν για να παίξουν. Όλα εκτός από το διαφορετικό παιδί. «Μανούσο, του είπε, η μανούλα σου πήγε στον ουρανό, αλλά αν σου λείπει, μπορείς να θεωρείς εμένα σαν μανούλα σου από εδώ και πέρα.» Αγκάλιασε με δύναμη το παιδί. Ο Μανούσος δεν είπε τίποτα. Από εκείνη τη μέρα η κυρία Τζοβάνα συνειδητά, δεν αγαπούσε το ίδιο όλα τα παιδιά της τάξης της. Ένα από τα παιδιά το αγαπούσε περισσότερο, το θεωρούσε πια δικό της και δεν έχανε ευκαιρία να το δείξει. Του μιλούσε πια όπως ακριβώς και στα υπόλοιπα, το κράταγε μία ώρα παραπάνω για να του μαθαίνει νέα πράγματα, του αγόραζε πράγματα, το πήγαινε με τα πόδια μέχρι το σπίτι του, του έκανε μπάνιο, του σιδέρωνε τα ρούχα σε ένα σπίτι όπου ο πατέρας έλειπε, και οι γειτόνισσες πότε η μια, πότε η άλλη φέρναν φαγητό.
Σιγά-σιγά το παιδί αντιδρούσε και ξαναγινόταν ομιλητικό και ζωντανό. Ενδιαφερόταν και πάλι για τα μαθήματά του. Στο τέλος της χρονιάς ήταν έθιμο οι γονείς των παιδιών να δίνουν ένα δώρο στη Δασκάλα. Όλα ήταν διπλωμένα σε πολύχρωμα χαρτιά με ωραίους φιόγκους, και η Δασκάλα τα άνοιγε με ευχαρίστηση και όλα τα παιδιά χειροκροτούσανε για το κάθε δώρο, το οποίο το κάθε ένα συναγωνιζότανε το άλλο. Αφού τελείωσε η γιορτή, η κυρία Τζοβάνα πήγε το Μανούσο στο σπίτι για τελευταία φορά. Ένας θείος του θα τον έπαιρνε μακριά, για πάντα.
Η κυρία Τζοβάνα φίλησε το Μανούσο για τελευταία φορά. Το παιδί, δειλά, της έδωσε κάτι που είχε τυλιγμένο σε μία χαρτοσακούλα του μανάβη. Ακολούθησαν οι αποχαιρετισμοί και οι ευχαριστίες των συγγενών. Η κυρία Τζοβάνα θυμήθηκε το πακετάκι μόνο αφού έφτασε σπίτι της. Το άνοιξε και βρήκε μέσα ένα βραχιόλι, τίποτα ιδιαίτερο, ένα φτηνό χιλιοφορεμένο βραχιόλι που λείπανε μερικές χάντρες του και ένα χρησιμοποιημένο (είχε λιγότερο από το μισό) μπουκαλάκι παλιομοδίτικο άρωμα. Και μία καρτούλα ζωγραφισμένη. Ήταν η παιδική ζωγραφιά μιας δασκάλας, που η κυρία Τζοβάνα αναγνώρισε τα χαρακτηριστικά της και μία επιγραφή: «Η μανούλα μου».
Από τότε κάθε χρόνο, στο τέλος της χρονιάς, η κυρία Τζοβάνα λάμβανε μία κάρτα από το Μανούσο. Κάποιες φορές με φωτογραφία, με τα νέα του να της λέει τους βαθμούς του στο Λύκειο, στο Πανεπιστήμιο. Άλλες φορές νέα από τα ταξίδια του, και δώρα, γιατί πια ο Μανούσος είχε γίνει ένας σπουδαίος επιστήμονας.
Μία χρονιά όμως, το γράμμα ήταν διαφορετικό. Ήταν προσκλητήριο γάμου και αεροπορικά εισιτήρια για έναν μακρινό προορισμό στο εξωτερικό. Η κυρία Τζοβάνα μεγάλη πια έφτασε στη πολυτελή δεξίωση του γάμου. Ο σερβιτόρος που ήταν στην είσοδο, της έκανε ιδιαίτερες φιλοφρονήσεις. «Oh, Welcome Mrs. Johanna» και την οδήγησε στο πιο ξεχωριστό τραπέζι. Η κυρία Τζοβάνα ένιωσε κάπως άβολα εκεί. Δεν είχε και κανέναν γνωστό να μιλήσει.
Κάποια στιγμή μπήκε ο γαμπρός με μία επίσημη ενδυμασία. Ήταν φανερό ότι ο Μανούσος ήταν πια ένα σημαίνον πρόσωπο της κοινωνίας εκεί. Από όλους τους ανθρώπους που τον περιτριγύριζαν αυτός ξεχώρισε με πολύ ιδιαίτερο τρόπο την κ. Τζοβάνα. Την αποκάλεσε με σεβασμό μητέρα και την έπιασε αγκαζέ για να προχωρήσουν για τη τελετή.
«Εσύ ήσουν η πιο ξεχωριστή μου δασκάλα, γιατί με έκανες ικανό να γίνω ένας καλός μαθητής»
– «Εσύ ήσουν ο πιο ξεχωριστός μου μαθητής, γιατί με έκανες να γίνω δασκάλα» του απάντησε η δασκάλα που φορούσε ένα χιλιοφορεμένο φτηνό βραχιόλι και ένα ξεχασμένο πια, παλιομοδίτικο άρωμα.

«Πάντων προστατεύεις, ἀγαθὴ»

– Γέροντα, δεν μου στείλατε «γλυκά» για τη γιορτή μου και οι αδελφές ζητούσαν «κεράσματα» .

– Έχεις δίκαιο· δεν σου έστειλα «γλυκά», και φυσικά δεν είχες να δώσεις στις αδελφές, αλλά τις ευχές σού τις έστειλα με άλλον τρόπο. Τώρα που σε λίγες μέρες θα γιορτάσουμε και εμείς τη Μητέρα μας, θα Την παρακαλέσω και πάλι να σε κεράσει Εκείνη με τη γλυκειά Της αγάπη και στοργή και να σου δώσει πολλά θεία δώρα.

– Γέροντα, όταν έχω συνέχεια πτώσεις στον αγώνα μου, με πιάνει λύπη.

– Να ψέλνεις το «Πάντων προστατεύεις, ἀγαθὴ» και το «Πάντων θλιβομένων ἡ χαρά» . Αυτό να το κάνεις σαν κανόνα, και η Παναγία θα σε βοηθήσει. Η Παναγία δεν μας αφήνει· μας κουβαλάει στην πλάτη Της, αρκεί κι εμείς να το θέλουμε και να μην κλωτσάμε, όπως κάνουν τα άτακτα παιδιά.

– Γέροντα, θα ήθελα η Παναγία να κρατήσει κι εμένα στην αγκαλιά Της, όπως κρατάει τον Χριστό.

– Δεν σε κράτησε ποτέ εσένα; Δεν ένιωσες καμμιά φορά σαν μωρό στην αγκαλιά Της; Εγώ αισθάνομαι σαν παιδάκι κοντά Της. Την νιώθω Μάνα μου. Πολλές φορές πηγαίνω και ακουμπώ στην εικόνα Της και λέω: «Τώρα, Παναγία μου, θα θηλάσω λίγο Χάρη». Νιώθω σαν μωρό που θηλάζει στην αγκαλιά της μάνας του ξέγνοιαστο, αμέριμνο, και νιώθει τη μεγάλη της αγάπη και την ανέκφραστη στοργή της, και τρέφομαι με Χάρη.

– Γέροντα, γιατί η Παναγία άλλοτε μου δίνει αμέσως αυτό που Της ζητώ και άλλοτε όχι;

– Η Παναγία, όποτε έχουμε ανάγκη, απαντά αμέσως στην προσευχή μας· όποτε δεν έχουμε, μας αφήνει, για να αποκτήσουμε λίγη παλληκαριά. Όταν ήμουν στη Μονή Φιλοθέου , μια φορά, αμέσως μετά την αγρυπνία της Παναγίας με έστειλε ένας Προϊστάμενος να πάω ένα γράμμα στη Μονή Ιβήρων. Ύστερα έπρεπε να πάω κάτω στον αρσανά της μονής και να περιμένω ένα γεροντάκι που θα ερχόταν με το καραβάκι, για να το συνοδεύσω στο μοναστήρι μας – απόσταση μιάμιση ώρα με τα πόδια. Ήμουν από νηστεία και από αγρυπνία. Τότε τη νηστεία του Δεκαπενταυγούστου τη χώριζα στα δύο· μέχρι της Μεταμορφώσεως δεν έτρωγα τίποτε, την ημέρα της Μεταμορφώσεως έτρωγα, και μετά μέχρι της Παναγίας πάλι δεν έτρωγα τίποτε. Έφυγα λοιπόν αμέσως μετά την αγρυπνία και ούτε σκέφθηκα να πάρω μαζί μου λίγο παξιμάδι. Έφθασα στη Μονή Ιβήρων, έδωσα το γράμμα και κατέβηκα στον αρσανά, για να περιμένω το καραβάκι. Θα ερχόταν κατά τις τέσσερις το απόγευμα, αλλά αργούσε να έρθει. Άρχισα εν τω μεταξύ να ζαλίζομαι. Πιο πέρα είχε μια στοίβα από κορμούς δένδρων, σαν τηλεγραφόξυλα, και είπα με τον λογισμό μου: «Ας πάω να καθήσω εκεί που είναι λίγο απόμερα, για να μη με δει κανείς και αρχίσει να με ρωτάει τι έπαθα». Όταν κάθησα, μου πέρασε ο λογισμός να κάνω κομποσχοίνι στην Παναγία να μου οικονομήσει κάτι. Αλλά αμέσως αντέδρασα στον λογισμό και είπα: «Ταλαίπωρε, για τέτοια τιποτένια πράγματα θα ενοχλείς την Παναγία;». Τότε βλέπω μπροστά μου έναν Μοναχό. Κρατούσε ένα στρογγυλό ψωμί, δύο σύκα και ένα μεγάλο τσαμπί σταφύλι. «Πάρε αυτά, μου είπε, εις δόξαν της Κυρίας Θεοτόκου», και χάθηκε. Ε, τότε διαλύθηκα· με έπιασαν τα κλάματα, ούτε ήθελα να φάω πια... Πα, πα! Τι Μάνα είναι Αυτή! Να φροντίζει και για τις μικρότερες λεπτομέρειες! Ξέρεις τι θα πει αυτό!

– Γέροντα, πέστε μας κάτι για την προστασία της Παναγίας.

– Να σας πω κάτι που έγινε στη Ρωσία. Δύο γειτονικά μοναστήρια σε μια περιοχή της Ρωσίας τα χώριζε μια γραμμή τραίνου. Σε ένα πανηγύρι κάποιοι μοναχοί από το ένα μοναστήρι πήγαν στο άλλο και μέθυσαν. Καθώς επέστρεφαν στο μοναστήρι τους μεθυσμένοι, πήγαν και ξάπλωσαν επάνω στις ράγες της σιδηροδρομικής γραμμής και τους πήρε ο ύπνος. Παρουσιάζεται τότε η Παναγία στον σταθμάρχη και του λέει: «Τα γουρουνάκια μου θα τα κόψει το τραίνο». «Τι να 'ναι αυτό; λέει εκείνος, ποια γουρουνάκια θα κόψει το τραίνο;». Για δεύτερη φορά παρουσιάζεται η Παναγία και επαναλαμβάνει τα ίδια: «Τα γουρουνάκια μου θα τα κόψει το τραίνο». «Βρε, τι γουρουνάκια;», λέει ο σταθμάρχης. Νόμισε ότι είναι κανένα κοπάδι γουρουνάκια στις σιδηροδρομικές γραμμές. Πήγε να δει και τους βρήκε να κοιμούνται. Πρόλαβε και τους ξύπνησε. Θα περνούσε το τραίνο και θα τους σκότωνε. Βλέπετε, η Παναγία σαν καλή Μητέρα προστατεύει και προνοεί ακόμα και για τα άτακτα παιδιά Της.

Όσο μπορείτε, να κρατάτε σφιχτά από το φόρεμα τη Μεγάλη μας Αρχόντισσα Παναγία, για να σας βοηθάει. Εύχομαι η Παναγία, που είναι η Φιλόστοργος Μητέρα όλου του κόσμου, να προστατεύει όλες σας και όλον τον κόσμο. Αμήν.


Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι, Περί Προσευχής

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2019

Το σημαντικότερο μέρος του σώματός μας

   Κάποτε με ρώτησε η μητέρα μου, διηγείται κάποιος, ποιο κατά τη γνώμη μου ήταν το πιο σημαντικό μέρος στο σώμα μας.

   Στην αρχή νόμισα ότι βρήκα εύκολα την απάντηση και έτρεξα στη μητέρα μου όλο χαρά. Είχα ανακαλύψει τη μαγεία και την ομορφιά των ήχων και της είπα "νομίζω πως είναι τα αυτιά, με τα οποία ακούμε". Εκείνη με διόρθωσε: "Όχι", μου είπε, "υπάρχουν τόσοι άνθρωποι που δεν ακούνε, γιατί είναι κουφοί, γύρω μας".

Συνέχισα να σκέφτομαι την ερώτηση μεγαλώνοντας. Όταν συνειδητοποίησα πόσο φοβερό δώρο είναι η όραση και τι μεγάλες δυνατότητες έχει, έτρεξα στη μητέρα μου μάλλον σίγουρος αυτή τη φορά, και της είπα, "μάλλον είναι τα μάτια μας που βλέπουμε, το σημαντικότερο μέρος στο σώμα μας".

    Με κοίταξε με αγάπη η μητέρα μου, χάρηκε που ασχολούμαι με το ερώτημά της και κάνω και μεγάλη πρόοδο, αλλά και πάλι με διόρθωσε: "Όχι, δεν είναι τα μάτια. Χιλιάδες άνθρωποι στον κόσμο μας είναι τυφλοί. Προσπάθησε ακόμα".
        Προσπάθησα κι άλλες φορές και η μητέρα μου έβλεπε ότι ωριμάζω και προοδεύω, αλλά όσες φορές κι αν επανήλθαμε στο θέμα αυτό, δεν κατάφερα να βρω τη σωστή απάντηση. 
       Πέρυσι πέθανε ο παππούς μου. Όλοι μας πονέσαμε και κλάψαμε.
Ακόμα και ο πατέρας μου έκλαψε, και το λέω αυτό γιατί άλλη μια φορά μόνο τον είχα δει να κλαίει στη ζωή μου.
Ξαφνικά ακούω τη μητέρα μου: "Ξέρεις ποιο είναι το πιο σημαντικό μέρος στο σώμα μας;" με ρώτησε τότε η μητέρα μου κι εγώ παραξενεύτηκα, γιατί πάντα νόμιζα ότι ήταν ένα αστείο ανάμεσά μας και τίποτα παραπάνω. Με είδε που παραξενεύτηκα και με πήρε κοντά της.
      "Αυτό που θα σου πω αγόρι μου είναι πολύ σημαντικό", μου είπε, "και θέλω να το κρατήσεις μέσα στην ψυχή σου. Λοιπόν το πιο σημαντικό μέρος στο σώμα σου είναι ο ώμος σου. Και δεν είναι γιατί κρατάει το χέρι σου στη θέση του και μπορεί να κινείται, αλλά γιατί μπορεί να κρατήσει το κεφάλι ενός πονεμένου αγαπημένου σου την ώρα που κλαίει. Όλοι μας θα χρειαστούμε έναν ώμο να γείρουμε και να ακουμπήσουμε την ώρα της θλίψης και του πόνου, αγόρι μου. Σου εύχομαι να έχεις πάντα στη ζωή σου έναν τέτοιο ώμο, γεμάτο παρηγοριά για κείνους που θα κλάψουν και θα 'χουν ανάγκη τον ώμο της αγάπης σου για να γείρουν. Όταν θα το έχεις καταλάβει αυτό που σου λέω και θα συμφωνείς, τότε θα είναι σημάδι ότι έχεις μεγαλώσει αρκετά και ότι ζεις σωστά τη ζωή σου".
Οι άνθρωποι θα ξεχάσουν αυτά που έλεγες.
Οι άνθρωποι θα ξεχάσουν αυτά που έκανες.
Αλλά ποτέ δε θα ξεχάσουν πώς τους έκανες να αισθάνονται.
Ελήφθει από : Agia Meteora

Αν σας άρεσε κοινοποιήστε και κάντε Like στη σελίδα μας στο facebook πιο κάτω:

https://www.facebook.com/IerosNaos.Archaggelou.Michael.Frenarou/

Ποτέ δεν θα πρέπει να λες ότι σε έχει ξεχάσει ή σε έχει εγκαταλείψει ο Θεός.


Ένας ορειβάτης θέλησε να ανεβεί το ψηλότερο βουνό. Ξεκίνησε, λοιπόν, την περιπέτεια του μετά από πολλά χρόνια προετοιμασίας. Όμως, επειδή ήθελε τη δόξα μόνο για τον εαυτό του αποφάσισε να σκαρφαλώσει το βουνό μόνος. Η νύχτα, λοιπόν, έπεσε βαριά και ο άνδρας δεν έβλεπε τίποτα. Όλα ήταν μαύρα. Μηδενική ορατότητα. Το φεγγάρι και τα άστρα είχαν καλυφθεί από σύννεφα. Καθώς ο άνδρας ανέβαινε και απείχε λίγα μόνο μέτρα από την κορυφή του βουνού, γλίστρησε και έπεσε στο κενό με μεγάλη ταχύτητα. Ο ορειβάτης πού το μόνο πού έβλεπε καθώς έπεφτε ήταν μαύρες κουκίδες, είχε την τρομερή αίσθηση της βαρύτητας να τον τραβά. Συνέχισε να πέφτει… και σε εκείνες τις στιγμές του μεγάλου φόβου ήρθαν στο μυαλό του όλα τα καλά και τα άσχημα επεισόδια της ζωής του. Σκεφτόταν, τώρα, το πόσο κοντά στο θάνατο ήταν, όταν ξαφνικά ένιωσε το σκοινί πού ήταν δεμένο στη μέση του να τον τραβά δυνατά. Το σώμα του ορειβάτη κρεμόταν πλέον στον αέρα. Μόνο το σκοινί τον κρατούσε ζωντανό. Εκείνη τη στιγμή της αμηχανίας και καμιάς άλλης επιλογής, φώναξε: «Θεέ μου, βοήθησε με!»
Ξαφνικά, μια βαθειά φωνή προερχόμενη από τον ουρανό απάντησε:
- Τί θέλεις να κάνω;
- Σώσε με, Θεέ μου!
- Αληθινά, νομίζεις ότι μπορώ να σε σώσω;
- Βέβαια, πιστεύω ότι Εσύ μπορείς!
- Τότε κόψε, το σκοινί που είναι δεμένο στη μέση σου…».
Στο σημείο αυτό σταμάτησα να διαβάζω και απορημένη σκέφτηκα: «Θεέ μου, τί ζητάς από αυτόν τον άνθρωπο; Είναι δυνατόν να του ζητάς να κόψει το σκοινί, το μόνο πράγμα πού τον κρατάει ζωντανό;»  Αλλά, άφησα γρήγορα αυτές τις σκέψεις και έβαλα τον εαυτό μου στη θέση του ορειβάτη.
Αλήθεια, Εσύ, τί θα έκανες;
Με ανάμεικτα συναισθήματα και σχεδόν βέβαιη για την απάντηση μου, συνεχίζω να διαβάζω: «Η ομάδα διάσωσης, την άλλη μέρα, είπε ότι ένας ορειβάτης βρέθηκε πεθαμένος, παγωμένος και το σώμα του κρεμόταν από ένα σκοινί. Τα χέρια του κρατούσαν σφιχτά το σκοινί μόνο 3 μέτρα μακριά από τη γη…».

Και εσύ; Πόσο κολλημένος είσαι στο σκοινί σου; Ποτέ μην αμφισβητήσεις όσα είναι από το Θεό. Ποτέ δεν θα πρέπει να λες ότι σε έχει ξεχάσει ή σε έχει εγκαταλείψει. Ποτέ μη
νομίζεις ότι δεν σε φροντίζει. Θυμήσου ότι σε κρατάει πάντα με το δεξί Του χέρι και η επιλογή να απλώσεις το δικό σου χέρι ανήκει σε εσένα.

Ελήφθει από: Agia Meteora

Αν σας άρεσε κοινοποιήστε και κάντε Like στη σελίδα μας στο facebook:

https://www.facebook.com/IerosNaos.Archaggelou.Michael.Frenarou/

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2019

Μια αλλιώτικη πεθερά.


       Όλη νύχτα ,η Νίκη η νεαρή μάνα με τα δύο μικρά παιδιά γύριζε στο στρώμα της.
Πώς θα το κρατούσε μυστικό το ότι μεγάλωνε μέσα της ένα νέο παιδί που δεν ήταν του άνδρα της ο οποίος έλειπε στην ξενιτιά;
Είχε σχεδόν αποφασίσει να πάει και να τελειώσει τη ζωή της πέφτοντας στο ποτάμι παρακάτω από το χωριό με τη μεγάλη ρουφήχτρα.
      Τα παιδιά θα τα άφηνε στην πεθερά της που έμενε μαζί τους και ήταν χρυσός άνθρωπος.
Το πρωί αποφάσισε να της πει την τρομερή της απόφαση.
Το κακό δεν θεραπεύεται με κακό αλλά μόνο με καλό, θα το λύσουμε το θέμα.
        Η Αρετή, η εφευρετική πεθερά είχε ένα αγροτόσπιτο στην άκρη του χωριού και μέσα σε 20 μέρες αφού το άσπρισε και ετοίμασε μετακόμισαν εκεί μάνα, δύο παιδιά και η πεθερά. Στο χωριό είπαν ότι πήγαν νωρίτερα για να είναι έτοιμοι και θα παρακολουθούν το σιτάρι για τη συγκομιδή.
Πέρασαν 5 μήνες.
       Η Νίκη γέννησε και η πεθερά σαν μαμή την ξεγέννησε και άρχισε να περιποιείται το νεογέννητο.
Μετά από 25 μέρες η πεθερά έβαλε σε ένα καλαθάκι το μωρό και πήγε στο έμπα του χωριού και το άφησε στην άκρη του δρόμου κρυμμένη κοντά για να δει τι θα γίνει.
        Το μωρό ξύπνησε άρχισε να κλαίει και δύο περαστικοί άκουσαν το κλάμα του και έκπληκτοι πλησίασαν το καλάθι.
Η Αρετή που παραφύλαγε προσευχόμενη πετάχτηκε πάνω , άρπαξε το μωρό και άρχισε να το χορεύει λέγοντας:
"Το είχα τάμα να μεγαλώσω ένα ορφανό και να που μου το έστειλε ο Θεός.
Ας έρθουν να το αναζητήσουν οι δικοί του".
Και απομακρύνθηκε με το μωράκι στην αγκαλιά.
       Το χωριό έμαθε ότι η καλόψυχη Αρετή μάζεψε ένα ορφανό και έτσι μεγάλωνε μαζί με τα άλλα ώσπου ήρθε ο πατέρας.’’
Τίνος είναι το παιδί μάνα; ρώτησε.
- Είναι δικό μου και θα το μεγαλώσω απάντησε η Αρετή, γιατί το βρήκα πεντάρφανο στο δρόμο.
Η Νίκη πρόλαβε και σκούπισε δύο δάκρυα, πριν τη δει ο άνδρας της ο οποίος δέχθηκε την ευεργεσία της μάνας του.
Ο άνδρας δεν έφυγε πια για την ξενιτιά και η οικογένεια απέκτησε άλλα δύο παιδιά και μεγάλωναν όλα μαζί.
Μετά από 12 χρόνια πέθανε η Αρετή και όταν την έθαψαν ήταν ζεστή και σε 40 μέρες φύτρωσε στον τάφο της ένας βασιλικός, που στο χρόνο είχε γίνει θάμνος που κατασκήνωναν τα πουλιά.
Η Νίκη που ήξερε τι μεγάλο καλό είχε κάνει η πεθερά της για χρόνια σιωπούσε, μα κάποτε αποκάλυψε το μυστικό στο σύζυγό της.
- Αφού η μάνα μου δεν σε κατέκρινε ούτε και εγώ απάντησε ο άνδρας της , σε συγχωρώ.
Ήταν ο ‘’γιος’’ της μάνας του!
Πώς θα μπορούσε να φερθεί αλλιώς;

Πηγή: Agia Meteora

Αν σας άρεσε κοινοποιήστε και κάντε Like στη σελίδα μας στο facebook:

https://www.facebook.com/IerosNaos.Archaggelou.Michael.Frenarou/