Κυριακή 29 Μαρτίου 2020

ΕΥΧΗ ΔΙΑ ΤΟΝ ΚΟΡΩΝΟΪΟΝ


Ποίημα Μητροπολίτου Ἐδέσσης ΙΩΗΛ
Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ἀρχίατρος τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, ὁ δι᾽ ἡμᾶς ἐνανθρωπήσας, ἵνα ἰάσῃς τὸ μέγα τραῦμα τὸν ἄνθρωπον, ὁ μὴ καταφρονήσας τοὺς ἀνιάτως νοσήσαντας δέκα λεπρούς, ἀλλὰ τῇ σωστικῇ χάριτί σου καθαρίσας αὐτούς, ὁ διελθὼν ὡς Θεάνθρωπος τὰς ἡμέρας τῆς ἐπὶ γῆς παρουσίας σου εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος πάντας τοὺς ἀρρωστοῦντας καὶ κακῶς ἔχοντας, ὁ εὐεργετήσας καὶ ἀποκαταστήσας ὑγιαίνοντας, παραλυτικούς, τυφλούς, βαρέως ἡμαρτηκότας, δαιμονιῶντας καὶ ἐμπαθεῖς κατ᾽ ἄμφω, ἤγουν ἐν τῇ σαρκὶ καὶ τῷ νοΐ, πρόσδεξαι εὐμενῶς τὴν δέησιν ἡμῶν καὶ φυγάδευσον τῇ δυνάμει σου, τὸν φονευτὴν ἰὸν τὸν σχῆμα κορώνας φέροντα, καὶ προκαλοῦντα φοβίας ἢ καὶ θάνατον εἰς ἀσθενεῖς καὶ ἀναξιοπαθοῦντας.
Καὶ εἰ μὲν διὰ τὰς πολλὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, ἐπέτρεψας τὸν πειρασμὸν τοῦτον, ἱκετεύομέν σοι ὡς ἐλεῆμον, ἵνα ἄρῃς αὐτὸν ἀφ' ἡμῶν καὶ ἀπὸ πάσης τῆς οἰκουμένης.
Εἰ δὲ διὰ δοκιμασίαν τῆς πίστεως ᾠκονόμησας, τὴν ἐπικράτησιν αὐτοῦ, παῦσον τὸν τάραχον τῶν ἀσθενῶν ἀπὸ τῆς ἐπιδημίας αὐτοῦ.
Εἰ δὲ ὑπὸ τῆς κακουργίας τοῦ ἀντικειμένου ἢ καὶ ἀμελείας τῶν ἐπιπολαίων ἀνθρώπων οὗτος διεδόθη, θραῦσον τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ ὡς Θεὸς παντοδύναμος.
Φύλαξον τὴν νεότητα, καὶ περιφρούρησον τοὺς ἀσθενήσαντας, καὶ τοὺς ἐν γήρατι ὄντας ἐκ τοῦ ἐπαράτου ἰοῦ θεράπευσον, καὶ πάντας ἀπάλλαξον ἐκ τῆς συνοχῆς τῆς καρδίας, καὶ ἀντὶ ταύτης δώρησαι ἡμῖν, ὑγιείαν ἄνεσιν καὶ πλατισμόν, πρεσβείαις τῆς Κυρίας Θεοτόκου καὶ πάντων σου τῶν ἁγίων. Ἀμήν.

Αναδημοσίευση από: ΡΟΜΦΑΙΑ

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Στο βάθος της ρεματιάς κυλούσαν δάκρυα

της Μαίρης Ανθίμου

Καμιά δεκαριά Τουρκάκια, μαζεμένα στο ξάγναντο, προσπαθούσαν να χτυπήσουν στο σημάδι. Ώρα πάλευαν, χωρίς αποτέλεσμα.
paidia
Μα, να, πρόβαλε από τη στροφή του δρόμου ο Γιώργης, εννιάχρονο παιδόπουλο.  Χάζευε με την ατζαμοσύνη, που είχαν τα Τουρκάκια.  Και… δεν κρατήθηκε.  Άρπαξε μια πέτρα και χραπ, έριξε κάτω το σημάδι.  Στην αρχή τα παιδιά δεν πήραν είδηση ποιος το ‘ριξε.  Μόνο σαν γύρισαν πίσω και είδαν το μικρό αγόρι, ξέσπασαν χειροκροτήματα.

– Έλα, έλα, ξαναρίξε φώναξαν όλα μαζί.
Ο μικρός στρώθηκε για καλά στο παιχνίδι.  Σε λίγο ακούγονταν τα ξεφωνητά των παιδιών, που έπαιζαν αγαπημένα.
Κι ενώ τα παιδιά έπαιζαν, κάποιος τα παρακολουθούσε από μια γωνιά.
– Πο πο, τζάνεμ!  Τούτο το Γραικόπουλο, αξίζει.
Ο Μαχμούτ, από κείνη τη στιγμή έβαλε στο μάτι τ΄ αγόρι.  Αν το ‘κλεβε και το πήγαινε στο Σουλτάνο…  Χώρια, που θα του ‘δινε γερό μπαξίσι, θα κέρδιζαν κι ένα γερό παλικάρι.
Από κείνη τη στιγμή, χωρίς να καταλάβει τίποτα ο Γιωργής, ο Μαχμούτ παρακολουθούσε κάθε βήμα του παιδιού.  Έμαθε πού κάθεται.
Και η στιγμή δεν άργησε να ‘ρθει.  Σ’ ένα απόμερο σοκάκι έφραξε το δρόμο του παιδιού ένας καβαλάρης.  Πήγε το παλικαρόπουλο να τον προσπεράσει.  Μα… σαν αστραπή, πήδηξε απ’  τ’  άλογο ο Τουρκαλάς, άρπαξε το παιδί, καβαλίκεψε… και… χάθηκε.
Οι ώρες περνούσαν κι η μάνα περίμενε τον Γιωργή. Έτρεξε στη γειτονιά.  Ρώτησε συγγενείς και φίλους.  Μα κανείς δεν τον είδε. Κατόρθωσε ακόμα να στείλει και μήνυμα ψηλά στα λημέρια.  Νύχτωσε…  Το χωριό, στα ριζά των Αγράφων, είχε από ώρα σφαλίσει τις πόρτες.
Η μάνα, η κυρα-Ακριβή, που ο άντρας της είχε κιόλας διαβεί στις απάτητες κορφές, ζητώντας τη λευτεριά της πατρίδας του, έβαλε το χρονιάρικο στην κούνια και γονάτισε στο πάτωμα, μπροστά στην εικόνα της Παναγίας.
-Παναγιά μου, πρόφτασε συ, που είσαι Μάνα…  Μην αφήσεις το παιδί μου από την αγκαλιά σου.
Όταν το τελευταίο αστέρι έσβησε στον ουρανό, ένα χτύπημα ελαφρό ακούστηκε στην πόρτα:
– Άνοιξε Ακριβή, είμαι ο Μαθιός.
Στο άνοιγμα της πόρτας τρύπωσε βιαστικά ο γερο-Μαθιός, ο συγγενής της. Μίλησε σιγά, λες και οι τοίχοι είχαν αυτιά να τον ακούσουν.
– Ακριβή, μη στενοχωριέσαι.  Η Παναγιά είναι κοντά στο παιδί σου.  Θέλησαν οι άπιστοι να σου το κλέψουν.  Αλλά ο Γιωργής έχει τον Χριστό μαζί του.  Μου έστειλαν μήνυμα ψηλά απ’  τα λημέρια.  Δεν ήρθαν σε σένα, για να μην πάρουν είδηση οι αντίχριστοι. Η μάνα δεν άντεξε πια.  Έπεσε πάνω στο μεντέρι και ξέσπασε σε λυγμούς.
– Σ’ ευχαριστώ Παρθένα μου, ψιθύρισαν τα χείλη. 
p3
Όταν άρπαξε το παιδί ο Μαχμούτ, χτύπησε τ’ άλογο κι εκείνο χύθηκε σαν βολίδα στη στράτα.  Σαν βρέθηκαν στη ρεματιά, να περάσουν απέναντι, έγινε το κακό για το Μαχμούτ, αλλά και το θαύμα της Παναγιάς για τον Γιωργάκη.  Τ’ άλογο πέταξε μακριά τον καβαλάρη του και τον έριξε μέσα στη μεγάλη ρεματιά.  Απέμεινε εκεί σαν πεθαμένος.  Το μικρό αγόρι, σκάλωσε στους θάμνους.  Κι ήταν σαν κάποιο χέρι να το ‘χε συγκρατήσει εκεί.
Αλλά το βράδυ κατέβηκαν από το λημέρι δύο παλικάρια ψάχνοντας για το παιδί και βρήκαν τον Γιωργάκη γρατσουνισμένο και μισολιπόθυμο. Τον πήραν στην αγκαλιά τους και τον πήγαν ψηλά στο σπίτι του γερο-Ανέστη.  Σαν συνήλθε το μικρό αγόρι, παρακάλεσε – ποιος θα το πίστευε – να βοηθήσουν…  Να σώσουν τον εχθρό του!  ΄Έλεγε ότι ακόμα ζούσε… Γιατί στιγμές στιγμές άκουγε βογκητά…
Σαν ξημέρωσε, κατέβηκαν στη ρεματιά και περιμάζεψαν τσακισμένο τον Μαχμούτ.  Σε μια στιγμή, κάποιος του ψιθύρισε ότι το μικρό Γραικόπουλο τους έστειλε να τον βοηθήσουν.  Τότε είδαν το σκληρό αγριεμένο πρόσωπο να γαληνεύει κι η πέτρινη καρδιά να ξεσπάει σε καυτά δάκρυα…  Εκεί, στο βάθος της ρεματιάς…

Αναδημοσίευση από: Πεμπτουσία